Αρχική / ABOUT LIFE / Άνθρωποι…

Άνθρωποι…

Της Έφης Κρασαδάκη

“Μονάχα με μια φλογερή υπομονή
θα κατακτήσουμε την θαυμάσια ευτυχία” .

Μη χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους. Άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα σου, άνθρωποι που σε άκουσαν, άνθρωποι που σε υποστήριξαν όταν όλοι ήταν εναντίον σου. Άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια σου και γι’ αυτό είναι ακόμα δίπλα σου. Αυτοί είναι που θες να έχεις τριγύρω. Κι αν δεν είναι έτσι, δεν πειράζει. Τελικά δεν ήταν όπως νόμιζες. Μπορεί και να μην έχεις βρει κανέναν που να σε καταλαβαίνει ολοκληρωτικά. Ή να προσποιούνται ότι σε καταλαβαίνουν. Για κάνε το σενάριο στο μυαλό σου ότι τους αποκαλύπτεις το πιο τρελό σου όνειρο και δες τί θα έλεγαν. Γιατί σίγουρα ξέρεις.

Αυτούς τους ανθρώπους πραγματικά τους έχεις ανάγκη; Αυτούς που σε “καταλαβαίνουν” μόνο σε όσα δεν πάνε κόντρα στο κανονικό; σε όσα είναι “σωστά” για τα δικά τους μέτρα; Οι άνθρωποι και κυρίως οι κοντινοί μας, δηλαδή οι φίλοι μας, η οικογένειά μας και οι σύντροφοί μας, οφείλουν να μας καταλαβαίνουν, αλλιώς δυστυχούμε. Τόσο απλά. Τόσο ωμά.

Αναγκαζόμαστε να ζούμε μια ζωή δανεική. Αναγκαζόμαστε να προσποιούμαστε τις περισσότερες ώρες της ημέρας συμπεριφορές που θα αρέσουν στους άλλους. Είτε για να μας αποδεχτούν, είτε για να μην τους στεναχωρήσουμε. Γινόμαστε άλλοι, προσαρμοζόμαστε ή καταπιεζόμαστε; Όπως και να’ χει πάλι δυστυχισμένοι καταλήγουμε.

Σίγουρα δεν το καταλαβαίνουμε ακριβώς την ώρα που το βιώνουμε. Αυτό είναι καλό για το τώρα, γιατί δεν έχουμε επίγνωση και ζούμε -όπως την ζούμε- την κάθε στιγμή. Δεν είναι όμως καλό για το αργότερα. Γιατί σίγουρα θα έρθει η στιγμή της συνειδητοποίησης και τότε θα καταλάβουμε ότι ζούσαμε τη ζωή που κάποιος άλλος ήθελε. Και θα τρομάξουμε. Θα αρχίσουμε να πεταγόμαστε τα βράδια στον ύπνο μας ή να παθαίνουμε κρίσεις πανικού – στην καλύτερη των περιπτώσεων.

Αν έχουμε τη δύναμη θα επαναστατήσουμε. Θα θελήσουμε να απελευθερωθούμε. Θα ψάξουμε να βρούμε τον εαυτό μας σ’ όλο αυτό κι αν δούμε ότι δεν ήμασταν εμείς τελικά, τότε θα θέσουμε από την αρχή τους όρους ή αν δε δούλεψε κάποτε – γιατί σίγουρα το δοκιμάσαμε- θα φύγουμε.

Υπάρχει και η άλλη περίπτωση. Να φοβηθούμε. Να δειλιάσουμε. Να νομίσουμε πως δεν μπορούμε να ξεβολευτούμε. Και τότε δεν υπάρχει καμία σωτηρία. Απλά θα ζούμε μέχρι να πεθάνουμε. Τόσο απλά. Τόσο ωμά. Αλλά έτσι είναι.

“Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές δόσεις,
όταν θυμόμαστε πάντα πως για να ‘σαι ζωντανός
χρειάζεται μια προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη
από το απλό αυτό δεδομένο της αναπνοής” .

Υπάρχει και μία τρίτη περίπτωση, που αφορά στους ανθρώπους που ενώ ζουν έτσι δεν το ξέρουν και δε θα το καταλάβουν ποτέ. Αλλά νομίζω ότι δεν τους αφορά, γιατί πολύ απλά δεν θα καταλάβουν καν για τί μιλάμε. Αυτοί δεν σώζονται. Τόσο απλά. Τόσο ωμά. Τόσο κυνικά.

“Αργοπεθαίνει
όποιος δεν “αναποδογυρίζει το τραπέζι” όταν δεν είναι ευτυχισμένος στη δουλειά του,
όποιος δεν ρισκάρει τη σιγουριά του, για την αβεβαιότητα του να τρέξεις πίσω από ένα όνειρο,
όποιος δεν επιτρέπει στον εαυτό του, έστω για μια φορά στη ζωή του, να ξεγλιστρήσει απ’ τις πάνσοφες συμβουλές” .

Όλοι αλλάζουν. Ακόμα κι εγώ. Ακόμα κι εσύ που φοβάσαι περισσότερο. Έρχεται κάποια στιγμή που γίνεται κάτι και σε κάνει να μη φοβάσαι πια. Κι όχι μόνο να μη φοβάσαι, αλλά να ορθώνεις το ανάστημά σου και να παραδέχεσαι. Να μιλάς. Να υπερασπίζεσαι. Να μάχεσαι για τα πιστεύω σου. Κι ας είναι άλλα απ’ αυτά που υποστήριζες μέχρι τώρα.

Μπορεί και να έκανες τις προσπάθειές σου μέσα στα χρόνια, να προσπάθησες να κρούσεις τον κώδωνα, να προσπάθησες να διεκδικήσεις, να προσπάθησες να πεις, να εξηγήσεις, να σε καταλάβουν. Μπας και σε καταλάβουν. Δεν εγκαταλείπεις τόσο εύκολα. Λογικό είναι. Είσαι άνθρωπος και μάλιστα είσαι καλός άνθρωπος, όταν δίνεις ευκαιρίες στους άλλους να γίνουν μέρος του μικρόκοσμού σου. Όταν δεν το έβαλες κάτω. Όταν προσπαθούσες και γι΄ αυτούς. Όταν ήθελες να τους συμπεριλάβεις σε όλο αυτό. Όταν έκανες στην άκρη τις πιο δικές σου ανάγκες. Δεν σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου.

Έρχεται όμως η στιγμή που θυμάσαι πώς είναι να ζεις ελεύθερος. Θες να σε καταλαβαίνουν οι δικοί σου άνθρωποι και να σε αφήνουν να είσαι αυτό που είσαι. Και τότε σταματάς να προσπαθείς να αποδείξεις ότι αυτό που ζητάς, αυτό που θες, αυτό που νιώθεις είναι το καλό για σενα. Και τότε απλά αντιλαμβάνεσαι ότι δεν γίνεται να σε καταλάβουν, γιατί δεν πρέπει απαραίτητα να σε καταλάβουν, ούτε αυτοί, ούτε κι ο κόσμος. Και επιτέλους ήρεμα, απλά και πολιτισμένα, αποδέχεσαι ότι αυτό δεν γίνεται. Και δε θα γίνει μάλλον ποτέ. Αλλά πλέον δε σε νοιάζει. Ξέρεις εσύ κι αυτό έχει σημασία. Είσαι σίγουρος εσύ. Και να μην είσαι πάλι, δεν έχει σημασία. Γιατί ξέρεις ότι είναι κάτι δικό σου, είναι για σενα. Τότε νιώθεις ότι όντως δεν έχει σημασία τί θα πουν οι άλλοι. Όσο και να τους αγαπάς ή και όχι. Το ένα δεν αναιρεί το άλλο. Η προσωπική σου ευτυχία δεν συνεπάγεται την δυστυχία των άλλων. Σταμάτα να το κάνεις αυτό στον εαυτό σου – αν το κάνεις- είναι απλά ένα ηλίθιο παιχνίδι τύψεων, κατάλοιπο πάλι της κομπλεξικής κοινωνίας μας.

Το να μη σε νοιάζει αν θα σε κρίνουν. Το να μη νοιάζεσαι αν θα σε καταλάβουν ή όχι. Είναι η παραδοχή της ζωής με τον τρόπο που εσύ την βλέπεις. Δε μπορούν να ταυτίζονται με όλων οι απόψεις μας. Να υπερασπίζεσαι τη μια και μοναδική ζωή που κλήθηκες να ζήσεις. Για σενα. Έτσι όπως εσύ την φαντάζεσαι κι έτσι όπως εσύ τη θέλεις.

“Δε ζυγιάζω, δε μετρώ, δε βολεύομαι,
ακολουθώ το βαθύ μου χτυποκάρδι” .

Κι αν πάλι ούτε αυτό δε σε καλύπτει τελείως, σκέψου τότε πως τουλάχιστον εσύ έχεις δύο χέρια, δύο πόδια και όλες σου τις αισθήσεις. Σκέψου ότι γεννήθηκες σε μία χώρα, που παρόλο που την βρίζεις απ’ το πρωί μέχρι το βράδυ, σου έδωσε, αν μη τι άλλο, τα εφόδια και το δικαίωμα να διαβάζεις και να σκέφτεσαι και να μπορείς να επεξεργάζεσαι αυτά που εννοώ. Κι αν θες, όσον πλέον αφορά την προσωπική σου ευτυχία, να κάνεις κάτι γι’ αυτό. Μπορείς αν θες. Άλλοι δεν το κάνουν όχι γιατί δεν το θέλουν, αλλά έτυχε να γεννηθούν στη Μέση Ανατολή ή γιατί είναι συνδεδεμένοι στο μηχάνημα ενός νοσοκομείου. Γιατί δεν μπορούν.

“Σε ποιόν να εμπιστευτώ τις χαρές
και τις πίκρες μου, τις μυστικές δονκιχώτικες
λαχτάρες της νιότης, την τραχιά σύγκρουση αργότερα
με το Θεό και με τους ανθρώπους, και τέλος
την άγρια περηφάνια που έχουν τα γεράματα
που καίγουνται μα αρνιούνται, ως το θάνατο,
να γίνουν στάχτη;
Σε ποιόν να πω πόσες φορές
σκαρφαλώνοντας, με τα πόδια, με τα χέρια,
τον κακοτράχαλο ανήφορο του Θεού, γλίστρησα
κι έπεσα, πόσες φορές σηκώθηκα, όλο αίματα,
και ξανάρχισα ν’ ανηφορίζω;
Πού να βρώ μια ψυχή σαρανταπληγιασμένη
κι απροσκύνητη, σαν την ψυχή μου,
να της ξομολογηθώ;”

Μη χάνεις την πίστη σου στους ανθρώπους. Ακόμη και άνθρωποι που στάθηκαν δίπλα σου, άνθρωποι που σε άκουσαν, άνθρωποι που σε υποστήριξαν όταν όλοι ήταν εναντίον σου. Άνθρωποι που ξέρουν την αλήθεια σου και γι’ αυτό αυτό είναι ακόμα δίπλα σου. Ακόμα κι αυτοί μπορεί να μην είναι πάντα εκεί. Μπορεί να “άλλαξες” γι’ αυτούς και να μη τους κάνεις πια. Μην καταδικάζεις τους ανθρώπους. Θα ‘ρθουν άλλοι που θα σε αφήνουν να είσαι εσύ. Δεν φταίνε αυτοί. Δεν φταις όμως σίγουρα κι εσύ. Συνεχείς επιλογές είναι η ζωή μας. Δεν έχεις μόνο μία. Μην προδικάζεις τη ζωή. Γνώμη άλλωστε δεν αλλάζουν μόνο οι ανόητοι. Ήρθαμε σ’ αυτόν τον κόσμο για να ζήσουμε μια φορά. Ας ζήσουμε λοιπόν όπως εμείς θέλουμε.

Flex English